Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ ΣΤΙΣ ΠΙΝΕΣ

Οι Πινές είναι δύο μικροί οικισμοί που βρίσκονται σε ένα μικρό
οροπέδιο βόρεια της Ελούντας,και που διατηρούν τον παραδοσιακό
τους χαρακτήρα παρά τις οικιστικές παρεμβάσεις στην γύρω
περιοχή. Εκεί ήταν το ραντεβού μας την Κυριακή 25-4-2010
για να περπατήσουμε στα παλιά χαρακτηριστικά μονοπάτια από
πέτρα (υπάρχει άφθονη στην περιοχή).Κυρίαρχες στο τοπίο εδώ
είναι οι ξεροληθιές,εντυπωσικές θα έλεγα,οριοθετούν τα χωράφια,
αλλά και τα μονοπάτια,που ήταν άλλοτε οι μοναδικοί δρόμοι
επικοινωνίας μεταξύ των οικισμών.Πόσοι άνθρωποι δεν τα
περπάτησαν στο πέρασμα των χρόνων,και τώρα η ομάδα μας ήταν
έτοιμη να βαδίσει στα πατήματα τους,να τα ξαναζωντανέψει,να
δώσει ζωή στις παρατημένες διαδρομές τους, στον πετρώδη και
άνυδρο αυτό τόπο με την ξεχωριστή άγρια ομορφιά του.









 

"Οι Πινές που σήμερα διακρίνονται σε Επάνω και Κάτω Πινές
βρίσκονται βορειοδυτικά της Ελούντας και βορειοανατολικά
της Φουρνής, σε υψόμετρο 230 και 200 μέτρα αντίστοιχα.
Με τις Πινές πιθανότατα ταυτίζεται ο οικισμός Spinea, που
περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωριών της βενετικής
τούρμας του 13ου και 14ου αιώνα και στο κατάστιχο του
σεξτέριου ανάμεσα στα έτη 1227-1418.Στην όψιμη Βενετοκρατία
μνεία που σχετίζεται με τις Πινές εντοπίζεται σε έγγραφο του 1629
και αφορά στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου που
έχει παραχωρηθεί από τους Μπαρμπαρίγους στον Ιωαννίκιο
Πατσούδη από την Κερά Καρδιώτισσα της Φουρνής.
Προφανώς οι Πινές ήταν ένα από εκείνα τα φέουδα της πρώιμης
Βενετοκρατίας που στο πέρασμα των αιώνων εγκαταλείφθηκαν ή
συρρικνώθηκαν, λειτουργώντας έκτοτε ως μετόχια μεγάλων
οικισμών, όπως η Φουρνή.
Οι Πινές εμφανίζονται και πάλι στις γραπτές πηγές το 1827
ως Pine48 και στην απογραφή του 1881 ως Πιναίς με 179
κατοίκους.49 Έκτοτε συμπεριλαμβάνονται σε όλες τις απογραφές."
πηγή.Μαριάννα Κατηφόρη(Αρχαιολόγος)








 
Ξεκινήσαμε το περπάτημα μας λίγο πρίν τις Κάτω Πινές,κατηφορί-
ζοντας το μονοπάτι που μας έφερε στις πρόποδες του όρους Καρφί.
Χαρακτηριστικό του η εξόρυξη εδώ πολλά χρόνια των ακονιών από
τους τεχνίτες της περιοχής.Λειτουργούν από την αρχαιότητα ορυχεία
απ’ όπου βγαίνει η ακονόπετρα. Η ακονόπετρα είναι ένα είδος λεπτό-
κοκκης σμυρίδας, από στρώματα πυριτικού ιζηματογενούς υλικού
που δημιουργήθηκαν από σκελετούς μικροοργανισμών.
Από συμμετρικά στρώματα της ακονόπετρας, συνήθως λευκής και
σπανιότερα γκρίζας, που βρίσκονται ανάμεσα σε άλλα πετρώματα
διαφορετικής σύστασης, βγαίνουν τα ακόνια που χρησιμοποιούνται
για το ακόνισμα μεταλλικών εργαλείων.Η λειαντική αυτή πέτρα, που
βρίσκεται στα υψώματα και τις πλαγιές Μιχαηλά, Νταμιανού, Βιχαλά
Λέσκες και Μπάλωμα, είναι αρκετά σπάνια και παρά το γεγονός
ότι λειαντικές πέτρες εξορύσσονται και σε άλλα μέρη του πλανήτη
(όπως στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ),καμία άλλη δεν έχει τη μορφή
του ακονιού της Ελούντας.










Ακολουθήσαμε στην συνέχεια το μονοπάτι περπατώντας ανάμεσα
στις ανθισμένες ρίγανες που αφθονούν στην περιοχή και που τα
διασκορπισμένα στον αέρα έλαια τους,μαγεύουν την όσφρηση.
Η κοινή ρίγανη προέρχεται από το φυτό Origanum vulgare, ανήκει
στο γένος Οriganum της οικογένειας των χειλιανθών. Είναι ένα
αρωματικό ποώδες, αυτοφυές βότανο και τη συναντάμε κυρίως
σε μεσογειακές περιοχές και στην νότια και κεντρική Αμερική.
Είναι επίσης γνωστή με τα ονόματα ρούβανο, οριγάνος ή αγριο-
ρίγανη. Η λέξη ρίγανη έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα.
 Είναι μία σύνθετη λέξη που αποτελείται από τη λέξη "όρος"
(βουνό) και τη λέξη "γάνος" (ευτυχία). Δηλαδή η χαρά του βουνού.
Πιθανόν αυτή η ονομασία να οφείλεται στην υπέροχη μυρωδιά που
αναδύεται στις πλαγιές των βουνών που καλύπτονται από ρίγανη,
τους καλοκαιρινούς μήνες.
Στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσε σύμβολο ευτυχίας και για τον
λόγο αυτό προσέθεταν κλαδιά ρίγανης και δάφνης στα στεφάνια
των νεονύμφων.Χρησιμοποιείται ευρέως στην ελληνική, την ιταλική,
την τουρκική,και ισπανικήκουζίνα. Κυρίως χρησιμοποιείται η αποξη-
ραμένη ρίγανη (σπανιότερα γίνεται χρήση των φύλλων του φυτού)
διότι ενισχύουν περισσότερο τη γεύση και το άρωμα.







Σε λίγο το τοπίο γίνεται ακόμα πιο άνυδρο, οι λίγες  ελιές και αυτές
αραιώνουν και πλέον ανάμεσα στις βραχώδεις μάντρες και τις
πεζούλες ξεφυτρώνουν μόνο αγριόχορτα.Η πορεία μας μέχρι
εκείνο το σημείο δυτική και ανηφορική,άλλαξε σε ανατολική,
έγινε στροφή δηλαδή 180 μοιρών και ακολούθησε την πλαγιά
που οδηγούσε προς τον Χαυγά.Το μονοπάτι άλλοτε ευδιάκριτο και
άλλοτε απροσπέλαστο από τα φρύγανα και τους ασπαλάθους,μας
ανάγκαζε να το παρακάμπτουμε.Ομως η θέα από το σημείο
εκείνο ήταν φανταστική.Ο "κόρφος" της Ελούντας φάνταζε
σαν λίμνη από ψηλά με τα γαλαζοπράσινα νερά του και την
χερσόνησο της Κολοκύθας να μοιάζει σαν πελώριος κυματο-
θραύστης προστατεύοντας τον από τους ανέμους.Γιαυτό και το
κομμάτι του κλειστού,ακύμαντου κόλπου χρησιμοποιήθηκε ως
θαλασσοδρόμιο την περίοδο 1928-1939, για τα υδροπλάνα της
Αγγλικής αεροπορικής εταιρείας Ιμπέριαλ.









Περάσαμε ψηλά πάνω από το οροπέδιο των Πινών και αφού διασταυ-
ρώσαμε τον επαρχικό δρόμο προς την Φουρνή συνεχίσαμε στο παλιό
καλντερίμι που κατηφόριζε προς το Φαράγγι του Χαυγά,από την
περιοχή του Σκουρά που αποτελεί τη νοτιοδυτική είσοδο στο
ειδυλλιακό φαράγγι.Ψηλά στα αριστερά μας βρίσκεται το κενό πια
μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και μερικές
εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα ο μικρός οικισμός του Χαυγά στα ψηλά 
και αυτός στα πρανή του ομώνυμου φαραγγιού,που κατηφορίζει την
πορεία του προς την Πλάκα.Μετά από λίγο στο δρόμο μας αντικρύσαμε
μια εικόνα που δύσκολα πια συναντάς.Ενας βοσκός είχε μαντρώσει
τα λιγοστά πρόβατα του και τα κούρευε με το παραδοσικό ψαλίδι.
Με μαεστρία αφαιρούσε ψαλιδιά-ψαλιδιά το μαλλί από τα πρόβατα
που καθισμένα ήρεμα μπροστά του περίμεναν τον βοσκό να τα απαλ-
λάξει από περιττό βάρος του μαλλιού τους.










Η κουρά των προβάτων είναι μια μεγάλη γιορτή άρρηκτα δεμένη με
τον κτηνοτροφικό τρόπο ζωής. Είναι, όπως λέγεται, η «γιορτή των
προβάτων».Είναι μια από τις εντυπωσιακές γιορτές που λαβαίνει
χώρα κάθε χρόνο, τον Ιούνιο, στα πλαίσια της οποίας κάθε
 κτηνοτρόφος προσκαλεί φίλους και συγγενείς να τον βοηθήσουν
στο δύσκολο αυτό έργο και μετά τους κερνά και ακολουθεί
τρικούβερτο γλέντι και φαγοπότι.
Η κουρά είναι μια διαδικασία δύσκολη, αφού χρειάζονται πολλά
χέρια με τεχνική, ενώ τα πρόβατα πολλές φορές είναι δύστροπα.
Προηγείται το κωλοκούρισμα (το κούρεμα στην ουρά και στα πίσω
πόδια) στην αρχή της Άνοιξης, ενώ στις αρχές του καλοκαιριού,
τον Ιούνιο, γίνεται η ολική κουρά.
Το κωλοκούρισμα γίνεται την άνοιξη, την εποχή που τα πρόβατα
«τσιλούνται», τα κόπρανά τους είναι υδαρή, επειδή τρώνε χλωρά
χόρτα. Σκοπός είναι να μη λερώνονταν τα μαλλιά των προβάτων
από τα κόπρανά τους με αποτέλεσμα να ευνοείται η δημιουργία
εστιών μικροβίων.Η ολική κουρά γίνεται για να «ξαλαφρώσουν»
τα ζώα και να μην υποφέρουν από την καλοκαιρινή ζέστη.
Άλλοτε οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν το μαλλί, που ήταν πολύτιμη
πρώτη ύλη, για την παρασκευή υφασμάτων στη ρόκα και στον
αργαλειό. Σήμερα το πουλάνε «για κομμάτι» ψωμί σε γυρολόγους
εμπόρους και σε αντάλλαγμα δεν παίρνουν λεφτά, αλλά είδος,
δηλαδή εμπόρευμα.
Παλιότερα, όσοι δεν είχαν δικά τους αιγοπρόβατα κυριολεκτικά
παρακαλούσαν να τους καλούν σε κουρές. Ο λόγος ήταν ότι σαν
ανταμοιβή τους, εκτός από το φαγοπότι, έπαιρναν και ένα
«μποκάρι», δηλαδή τα μαλλιά ενός προβάτου. Με τη συγκέντρωση
«μποκαριών» από πολλές κουρές εξασφάλιζαν το μαλλί για την
κατασκευή των διαφόρων ενδυμάτων και υφαντών που χρειαζότανε
για την οικογένεια.







 
Προχωρήσαμε παράλληλα και ψηλά πάνω από το φαράγγι του Χαυγά,
σε ένα από τα μονοπάτια της περιοχής,τμήματα του λιθόστρωτου
δρόμου που οδηγούσε στο σημείο διαπεραίωσης για τη Σπιναλόγκα
και αποτελούσε μέρος του κύριου οδικού άξονα της Βενετοκρατίας,
μέχρι που αντικρύσαμε την Σπιναλόγκα από ψηλά,φρουρό της
μοναδικής εισόδου του κόλπου της Ελούντας.
Συνεχίσαμε δεξία για περίπου 40 λεπτά το πέτρινο μονοπάτι που μας
οδήγησε στις Πάνω Πινές,για να επιστρέψουμε στο σημείο που
είχαμε ξεκινήσει από τον ασφαλτόδρομο.

                                            Η   ΔΙΑΔΡΟΜΗ  ΜΑΣ